Οράματα σωστικά του Αποστόλου Παύλου για την Ελλάδα και τον κόσμο

tamasoy gallionas 1

Του Πανιερώτατου Μητροπολίτη Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐα | Κόρινθος, Ιούνιος 2018


Το θεϊκό όραμα, το συγκλονιστικό, το οποίο ο Απόστολος Παύλος είδε στην Τρωάδα, υπήρξε καθοριστικό για τη μεταφορά και διάδοση του Ευαγγελίου στον ελλαδικό χώρο και, αναμφίβολα, και για την πόλη της Κορίνθου, όπως και για ολόκληρο τον κόσμο.

Η αποστολική ομάδα, με επικεφαλής τον Παύλο και μαζί με τους Αποστόλους Σίλα, Τιμόθεο και Λουκά, όντας στη Μυσία της Μικράς Ασίας, είχαν την πρόθεση και προγραμμάτιζαν να βαδίσουν προς ανατολάς, τη Βιθυνία.

Ωστόσο, σημειώνει στο κείμενο των Πράξεων ο Λουκάς, «ουκ είασεν αυτούς το Πνεύμα» το Άγιο (Πράξ. ιστ΄ 7). Πνευματοκίνητοι, όπως ήταν οι Απόστολοι τότε, κατέβησαν στην Τρωάδα.

«Και όραμα διά της νυκτός ώφθη τω Παύλω. Ανήρ τις Μακεδών εστώς, παρακαλών αυτόν και λέγων. Διαβάς εις Μακεδονίαν, βοήθησον ημίν» (Πράξ. ιστ΄9).

Έτσι, μετά από αυτή τη θεία οπτασία, σημειώνει ο Λουκάς, «ευθέως» (αμέσως) ζητούν πληροφορίες για το δρομολόγιο και τη μεταφορά τους προς την κατεύθυνση που τους υπέδειξε ο Χριστός, έχοντας τη βεβαιότητα, «ότι προσκέκληται ημάς ο Κύριος ευαγγελίσασθαι» (Πράξ. ιστ΄10), εννοώντας ασφαλώς την ελληνική γη, όπως παρατηρεί ο Συντάκτης του Βιβλίου των Πράξεων Ευαγγελιστής Λουκάς.

Ήμασταν, επομένως, ως τόπος και λαός στο σχέδιο της αγαπητικής πρόνοιας του Θεού,

Σεβασμιώτατε, Σεβασμιώτατοι

Σεβαστό Ιερατείο, Λαέ του Θεού, Λαέ της Κορίνθου ηγαπημένε.

Ευρισκόμενους αυτές τις μέρες, ως φιλοξενούμενος μετά της συνοδείας μου, στην Αγιασμένη γη της Αποστολικής Εκκλησίας της Κορίνθου, πεπλήρωται η καρδία μου χαράς και αγαλλιάσεως διότι, όσο περνούν  οι μέρες, συνειδητοποιώ ότι η διέλευση του Μεγάλου Αποστόλου των Εθνών Παύλου από την Αγιοτόκο Ταμασό της Κύπρου και την Κόρινθο άφησε πίσω της μια ισχυρή  θεολογικοκοινωνική  κληρονομιά, η οποία εντοπίζεται θαυμάσια και ευδιάκριτα, όχι μόνο μέσα από την αδελφική φιλοξενία και την πνευματική ποιότητα του έμπειρου οιακοστρόφου και Ποιμενάρχη της, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κορίνθου κ. Διονυσίου, αλλά και μέσα από την αγάπη και την ειλικρινή  ευλάβεια του λαού της, ο οποίος εντοπίζεται να έχει παρά πολλά κοινά ποιοτικά χαρακτηριστικά με όλους  τους χριστιανικούς λαούς, που είχαν την ιδιαίτερα ευλογημένη προσωπική εμπειρία του ιεραποστολικού κηρύγματος από τον  μεγάλο  αυτό Εθναπόστολο της Εκκλησίας του Χριστού.

Αυτό ίσως θα έπρεπε να αποτελέσει και έρευνα  μιας μελλοντικής θεολογικής και κοινωνικής μελέτης, η οποία, είμαι σίγουρος, ότι θα αναδείξει κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Ευθυδρομούν, λοιπόν, οι Απόστολοι από την Τρωάδα προς δυσμάς και ακολουθούν το δρομολόγιο προς τη Σαμοθράκη, τη Νεάπολη (Καβάλα) και, στη συνέχεια, προς τους Φιλίππους, τη σπουδαία για τότε ελληνική πόλη της Μακεδονίας (Πράξ. ιστ΄11-12).

Για να πορευθούν, ακολούθως, ιδρύοντας τις κατά τόπους Εκκλησίες, προς την Αμφίπολη, την Απολλωνία και την ωραία πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ήταν χαριτωμένη και θεοσεβής η αποστολή τους, να ευαγγελίζονται το όνομα του Χριστού, αλλά, ωστόσο, υπήρξε και οδυνηρή, ένεκα του πολέμου των Ιουδαίων πρώτον, αλλά και των Εθνικών. Δεν ήταν εύκολος ο δρόμος τους.

Εν τούτοις, γι’ αυτά και για πολλά άλλα δύσκολα γεγονότα και σκληρούς πειρασμούς, τους οποίους αντιμετώπιζε η διάδοση του λόγου του Θεού, ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (Φιλ. δ΄13).

Και, ταυτόχρονα, σπεύδει να διαδηλώσει, ότι, παρά τους κινδύνους και τους μέχρι θανάτου διωγμούς, τους οποίους, τόσο ο ίδιος, όσο και οι συνεργάτες του διαρκώς αντιμετώπιζαν, «ο λόγος του Θεού ου δέδεται» (Β΄ Τιμ. β΄9).

Δεν υπολόγιζε ο Παύλος τις όποιες αντιξοότητες ούτε και στάθμιζε τα αγαθά του κόσμου τούτου, με όσα του πρόσφερε ο Χριστός και το κήρυγμα του Ευαγγελίου.

«Τα πάντα εζημιώθην» (Φιλ. γ΄8), διαλαλεί, ενώ ταυτόχρονα διακηρύττει τη συνείδησή του, ως Αποστόλου του Χριστού, ότι «πάντα ηγούμαι σκύβαλα, ίνα Χριστόν κερδίσω» (Φιλ. γ΄8).

Με τη συνείδηση, λοιπόν, ότι «ουαί μοι εάν μη ευαγγελίζομαι» (Α΄ Κορ. θ΄16) και με συνέμπορους τους ποικίλους πειρασμούς και διωγμούς, προπάντων στη μεγαλόπολη της Θεσσαλονίκης, αναγκάζεται να διαφύγει από εκεί και να οδεύσει προς τη Βέροια, καταγγέλλοντας το λόγο του Θεού και ιδρύοντας τις κατά τόπους Εκκλησίες.

Αφήνοντας στα χέρια των συνεργατών του τις μακεδονικές Εκκλησίες, δηλαδή του Σίλα, του Τιμόθεου και, προφανώς, του Λουκά, κατευθύνεται, με τη συνοδεία κάποιων άγνωστων σε μας Χριστιανών, προς το κλεινόν άστυ, την Αθήνα.

Εκεί, όντας μόνος του και έχοντας στη σκέψη και την καρδιά του «την μέριμναν πασών των Εκκλησιών» (Β΄ Κορ. ιγ΄28), περιφέρεται μέσα στην πόλη και, από τη μια, θαυμάζει το μεγαλείο και την ιστορία της, ενώ από την άλλη νιώθει σύνθλιψη ψυχική και οδύνη πνευματική.

Αυτή, η κατά τα άλλα θαυμαστή πόλη, ποιο είναι το κατάντημά της; Ο καλλιτεχνικός και παιδευτικός της πλούτος ήταν θαυμαστός, αλλά και η πλάνη των ειδώλων πού την οδήγησε; Να λατρεύει τους ψεύτικους θεούς, πίσω από τους οποίους κρυβόντουσαν οι δαίμονες.

Έτσι, «παροξυνόταν το πνεύμα του…», βλέποντας «κατ’ είδωλον ούσαν την πόλιν» (Πράξ. ιζ΄16). Εδώ προσπαθούσε να μιλήσει προς τους «παρατυγχάνοντας». Αλλά οι Αθηναίοι είχαν άλλα έθιμα. Η παράξενη διδασκαλία του δεν άργησε να γίνει γνωστή και οι «σοφές κεφαλές» των Αθηναίων τον κάλεσαν να δημηγορήσει στο ανώτατο βήμα της πόλης, την Πνύκα.

Ο λόγος του υπήρξε μεγαλειώδης. Και στην αρχή προκάλεσε το ενδιαφέρον τών, κατά τα άλλα, σοφών κεφαλών των Αθηναίων. Τα επιχειρήματά του για τον «άγνωστο Θεό» (Πράξ. ιζ΄23), τον οποίο και αναζητούσαν και ήθελαν να μάθουν ποιος είναι, τους ικανοποίησε.

Αλλά, όταν άκουσαν για την «ανάσταση νεκρών», αυτό τόσο πολύ τους ξένισε, ώστε «οι μεν (τον) εχλεύασαν, οι δε (ευγενέστεροι) είπον, ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. ιζ΄32). Δηλαδή, με πιο απλά λόγια, τον διέκοψαν και του αφαίρεσαν τον λόγο.

Αλήθεια, πόση πικρία και απογοήτευση, ως άνθρωπος, ένιωσε τότε ο Παύλος! Ωστόσο, για ανάπαυσή του και, ίσως, προς έκπληξή του, «τινές άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν εν οις και Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και γυνή ονόματι Δάμαρις και έτεροι συν αυτοίς» (Πράξ. ιζ΄34).

Αυτοί άνοιξαν τις καρδιές τους και δέχθηκαν τον λόγο του Θεού και, ασφαλώς, υπήρξαν το πρόπλασμα της πρώτης στην Αθήνα Εκκλησίας του Χριστού.

Για την περίπτωση τούτη των Αθηναίων θα διερμηνεύσει αργότερα ο Παύλος στους Χριστιανούς της Κορίνθου: «Η γνώσις φυσιοί, η αγάπη οικοδομεί. (Γι’ αυτό και θα τους υπομνήσει) ει δε τις δοκεί ειδέναι τι, ουδέπω ουδέν έγνωκε καθώς δει γνώναι» (Α΄ Κορ. η΄2).

Δηλαδή, αν θεωρεί κάποιος, ότι, επειδή γνωρίζει κάτι, είναι σπουδαίος, ας μάθει ότι είναι εντελώς αγράμματος σε ό,τι αφορά αυτά που πρέπει να γνωρίζει. Ο ταπεινός, θα τονίσει ο Παύλος, «αγαπά τον Θεόν» και αυτός, ο οποίος αγαπά τον Θεό και όχι τον εαυτό του, «αυτός αποβαίνει γνώριμος του Θεού και οικείος του Θεού και φωτίζεται από τον Θεό και οδηγείται στη αληθινή και σωστική γνώση του Θεού» (Α΄ Κορ, η΄3).

Ακολούθως, και ποιος ξέρει ποιες άλλες θείες αποκαλύψεις θα είχε, και αναμφίβολα πρέπει να είχε, γι’ αυτό, φεύγοντας αμφίθυμος από την Αθήνα, μόνος του, αλλά καθοδηγούμενος από το Πνεύμα το Άγιο, οδεύει προς την τότε ακμάζουσα πόλη της Κορίνθου, στα χώματα της οποίας φιλοξενούμαστε απόψε.

Ήταν τότε η Κόρινθος μεγαλόπολις, κέντρο εμπορίου και ζωτικής οικονομίας – έτσι την ήθελαν και έτσι την κατέστησαν οι Ρωμαίοι κατακτητές -, αλλά ήταν, ταυτόχρονα, και κέντρο ηδονής, ηθικών παρεκτροπών και άτυπης ζωής.

Εξαιτίας τούτου, θα αποτολμήσει κάποτε ο Παύλος να καταγγείλει, αλλά και να ψέξει τους Κορινθίους και με θάρρος και αγάπη να τους πει: «Όλως ακούεται εν υμιν πορνεία…» (Α΄ Κορ. ε΄1), και να τους προειδοποιήσει, ότι «…ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. στ΄9-10).

Άλλωστε, και ο χλευαστικός τίτλος «κορινθιάζειν», ο οποίος σήμαινε την ακόλαστη ζωή, ή και ο απαγορευτικός όρος «ου παντός πλειν ες Κόρινθον», δηλαδή δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να πλεύσει στην Κόρινθο, είναι ενδεικτικοί της υπό αναφορά περιόδου για τον τρόπο ζωής και το πολυδάπανο της άτυπης αναστροφής των Κορινθίων ή και των παρεπιδημούντων στην πόλη.

Ωστόσο, σ’ αυτό το γεγονός συνυπουργούσαν πρωτίστως και κυρίως τα έθη της εποχής εκείνης, αλλά και ο τρόπος λατρείας των αρχαίων θεοτήτων και, ιδιαίτερα, της θεάς Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα.

Εισοδεύοντας κάποιος προς την πόλη της Κορίνθου, συναπαντούσε το ιερό άλσος της θεάς και στο κέντρο του τον ναό της, όπου οι αφιερωμένες σ’ αυτή ιέρειές της, ευτελίζοντας τον εαυτό τους, πίστευαν ότι εκπληρούσαν την αφοσίωσή τους σ’ αυτήν.

Και ακόμη πιο κάτω, στους πρόποδες του Ακροκορίνθου, υπάρχουν μέχρι σήμερα οι στερεωμένοι στη γη σιδερένιοι κρίκοι, όπου έμεναν αλυσοδεμένοι άνθρωποι, δούλοι της εργασίας, αλλά, προπάντων, νεαρές κοπέλες, οι οποίες ήταν προορισμένες για την ατίμωση και την εκμετάλλευση.

Για όλα αυτά, ανοίγοντας κάποτε την καρδιά του στους Κορινθίους ο Παύλος θα τους γράψει: «Και εγώ εν ασθενεία», δηλαδή χωρίς να έχω καμιά δύναμη και κοσμική εξουσία, «αλλά εν φόβω και εν τρόμω πολλώ εγενόμην προς υμάς» (Α΄ Κορ. β΄3).

Πώς να μην φοβάται ο Παύλος, ανθρωπίνως, για όλα αυτά; Και πώς να μην αγωνιά για το αποτέλεσμα της επίσκεψής του στην Κόρινθο; Όμως, ήταν ο Θεός μαζί του!

Γι’ αυτό, και στην προς Ρωμαίους επιστολή του, θα πλέξει τον διθύραμβο για την Κόρινθο και θα διαλαλήσει: «Όπου δε επλεόνασεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις» (Ρωμ. ε΄20).

Και στους Κορινθίους θα δώσει τα εύσημα: «Τα γαρ πάντα δι υμάς (έδωσα τα πάντα για σας), ίνα η χάρις πλεονάσασα διά των πλειόνων την ευχαριστίαν περισσεύση εις την δόξαν του Θεού» (Β΄ Κορ. δ΄15).

Τα έργα του Θεού πολλές φορές δεν είναι άμοιρα των ανθρωπίνων δυσκολιών και προβλημάτων.

Ήταν τότε κοσμοπολίτικη η Κόρινθος. Πώς θα μπορούσε να τελεσφορήσει το Ευαγγέλιο σ’ αυτήν; Ωστόσο, όντας πλέον έμπειρος ο Παύλος, θα διαλαλήσει ότι «ο λόγος του Θεού τρέχει και δοξάζεται» (Β΄ Θεσ. γ΄1). Ναι, ομοιάζει ο θείος λόγος με το νερό, το οποίο, παρά τα αναχώματα, ευρίσκει πόρους διεξόδου.

Γι’ αυτό και δεν ήταν καθόλου σύμπτωση η συνάντηση του Παύλου με το ζεύγος Ακύλα και Πρίσκιλλας στην Κόρινθο. Το ομότεχνο της σκηνοποιίας αποτέλεσε τον σύνδεσμό τους εν Χριστώ.

Το κήρυγμα του Παύλου στην Κόρινθο, στη Συναγωγή πρώτα, δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση.

Όμως κατόρθωσε να κερδίσει τον Ιούστο και τον Αρχισυνάγωγο Κρίσπο με όλη την οικογένειά του. Στον λαό του Θεού ανήκαν και οι Εθνικοί και πολλοί από αυτούς, «ακούοντες εβαπτίζοντο» (Πράξ. ιη΄8).

Στο μεταξύ, κατέφθασαν από τη Μακεδονία ο Σίλας και ο Τιμόθεος, οι οποίοι, μαζί με τα ευχάριστα, του ανακοίνωσαν και για τους τοπικούς διωγμούς, ακόμη και μέχρι θανάτου, μελών της τοπικής Εκκλησίας.

Έτσι, παίρνει αφορμή να γράψει από την Κόρινθο την πρώτη του επιστολή, την επιγραφόμενη Α΄ προς Θεσσαλονικείς, όπου, μεταξύ άλλων, εκεί μας κατέλιπε ως παρακαταθήκη τον περίφημο παρακλητικό λόγο του, ο οποίος προοιμιάζεται: «Ου θέλω υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων…» (Α΄ Θεσ. δ΄13).

Ήταν θεόσοφος αλλά και θεοφώτιστος ο Παύλος. Όσο κανένας άλλος, είχε εμπειρία θείων οπτασιών και αποκαλύψεων. Γι’ αυτό, στην κρίσιμη στιγμή ο Κύριος «δι’ οράματος ώφθη τω Παύλω», για να του δώσει θάρρος και να του πει ότι υπάρχει λαός πολύς του Θεού στην Κόρινθο, γι’ αυτό να μην φοβάται (Πράξ. ιη΄9-10).

Έτσι, παραμένει ο Παύλος στην Κόρινθο για ένα και μισό χρόνο, διάστημα αρκετό, ώστε να ανατρέψει τη θρησκευτική και ηθική κατάσταση των ανθρώπων αυτών. Και αποδείχθηκε ο λαός της Κορίνθου αντάξιος των θείων προσδοκιών του αποστολικού κηρύγματος.

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν και οι τρεις επιστολές του Παύλου προς Κορινθίους, -σε μας έχουν διασωθεί μόνο οι δύο-, όπως επίσης και άλλες δύο επιστολές, η μία του Επισκόπου Ρώμης Κλήμεντα και η άλλη, η οποία φέρει το όνομα του Κλήμεντα (96-100 μ.Χ), και οι οποίες επαινούν και υπολογίζουν σημαντικά την Εκκλησία της Κορίνθου.

Στις πιο πάνω επιστολές, υπάρχουν και αντλούμε σημαντικές ειδήσεις, όπως και κώδικα συμπεριφοράς τον διαχρονικό της ζωής των μελών της Εκκλησίας, αλλά και του θεσμού της Εκκλησίας.

Και μόνο ο ύμνος της αγάπης, τον οποίο μας διασώζει η Α΄ Κορινθίους (ιγ΄1-13) αποτελεί τον διθύραμβο, αλλά και το κεφάλαιο αναστροφής των προσωπικών και των διαπροσωπικών σχέσεων του ανθρώπου.

Για τους Κορινθίους ο Παύλος μόχθησε με τις επισκέψεις του και τα γράμματά του, ίσως περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη Εκκλησία.

Και θα τους γράψει κάποτε σχετικά: «Το στόμα ημών ανέωγε προς υμάς, Κορίνθιοι, η καρδία ημών πεπλάτυνται» (Β΄ Κορ. στ΄11).

Και, λέγοντας αυτά, όπως και πολλά άλλα, τα οποία ο Θεός, δι’ οραμάτων και αποκαλύψεων τού φανέρωνε, αλλά και πράττοντας, υπερακόντιζε ο λόγος και το έργο του τα στενά τοπικά και χρονικά όρια και αγκάλιαζε όλες τις εποχές και όλους τους ανθρώπους.

Γι’ αυτό και από μπροστά του παρέλαυναν οι αναρίθμητες γενεές, όχι μόνο των Κορινθίων, αλλά σύνολης της χριστιανικής Εκκλησίας.

Και, μαζί με αυτούς, συγκαταριθμούσε ο Παύλος και όλους εμάς σήμερα και μας συνυπολόγιζε στην ατελεύτητη στρατιά των μελών της Εκκλησίας, αλλά και των μελών της Βασιλείας των Ουρανών.

Να τον ακούσουμε, λοιπόν. Να ανοίξομε τα αυτιά του σώματος και της καρδιάς μας. Να τον δούμε να δέχεται τις θείες οπτασίες και αποκαλύψεις, αλλά και να τον νιώσουμε να μας διδάσκει και να αγωνίζεται και με πολλά δάκρυα, όπως ο ίδιος ομολογεί (Πράξ. κ΄31), να μας νουθετεί για την αγάπη του Θεού για μας.

Σεβασμιώτατοι, ευλογημένε λαέ του Θεού,

Περαίνοντας το λόγο μου, θα ήθελα για ακόμη μια φορά να εκφράσω τις ευγνώμονες ευχαριστίες, τόσο τις δικές μου, όσο και της συνοδείας μου, προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κορίνθου κ. Διονύσιο για την αβραμιαία φιλοξενία, που μας παρέχει αυτές τις μέρες, εδώ στην Ευλογημένη Γη της Κορίνθου, να τον συγχαρώ για την άρτια οργάνωση των Εορταστικών Εκδηλώσεων, των αφιερωμένων στον Ιδρυτή και Προστάτη της Εκκλησίας της Κορίνθου και σύμπασας της Ελλάδος, Απόστολο των Εθνών Παύλο και να ευχηθώ, Σεβασμιώτατε, Άγιε Αδελφέ, ώστε, ο Κύριος, δια πρεσβειών του Πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων, να σας χαρίζει υγεία, ώστε, με ακμαίες τις δυνάμεις και σοφία Θεού επί έτη πολλά να διακονείτε τον ευλογημένο τούτο λαό του Κυρίου.

 

source:.romfea.gr