Δεν αναγνώρισε ο Ταμασού Ησαΐας «τον Επιφάνιο Κιέβου»

tamasoy isaias epifanios

Του Ιεροδιακόνου Ραφαήλ Μισιαούλη στην Romfea.gr

Θεολόγου με Μεταπτυχιακό στο Κανονικό Δίκαιο


Απάντηση σε σχετικά παραπλανητικά δημοσιεύματα

Πολλά δημοσιεύονται και λέγονται για τις θέσεις διαφόρων Ιεραρχών, σχετικά με την αναγνώριση ή μη της Εκκλησίας της Ουκρανίας υπό τον Μητροπολίτο Κιέβου Επιφάνιο. Ο κάθε ένας επιλέγει και αποφασίζει, κατά τη συνείδησή του.

Διαβάζοντας το πρωί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ένα άρθρο με τίτλο: «Ο Ταμασού Ησαΐας αναγνωρίζει τον  “Κιέβου Επιφάνιο”», είπα στον εαυτό μου, ότι κάτι δεν πάει καλά και αμέσως θεώρησα τον τίτλο του άρθρου άστοχο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στον λαό του Θεού.

Τώρα, ποια η σκοπιμότητα αυτής της προσπάθειας, να γίνει το άσπρο μαύρο, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση, που δεν είναι του παρόντος να σχολιάσουμε και ούτε να ασχοληθούμε, ποιος έχει δίκαιο ή άδικο με το Ουκρανικό Ζήτημα.

Ωστόσο, θα αναλύσω τι σημαίνει η προσωρινή μη συλλειτουργία των Συνοδικών, που διαμαρτύρονται για την παράβαση της σχετικής απόφασης-εντολής της Συνόδου από τον Πρώτο τη τάξει της Ιεράς Συνόδου. 

Φαινομενικά, και αν δούμε το θέμα, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις ειδικές συνθήκες που το συνθέτουν, ναι, θα συμφωνούσαμε με το άρθρο, ότι, αυστηρώς νομοκανονικά ομιλούντες, ο αρθρογράφος έχει δίκαιο. «Ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». 

Ενδεικτικώς αναφέρουμε τον 10ο κανόνα των Αγίων Αποστόλων και τον 2ο κανόνα της Αντιοχείας: «Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδὲ κατ᾽ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ συνευχομένοις, μηδὲ ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τοὺς ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ μὴ συναγομένους. Εἰ δὲ φανείῃ τις τῶν ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς ἐκκλησίας».

Το θέμα αυτό σχολιάζει ο Αριστινός: «…καὶ ἀκοινωνήτῳ κοινωνῶν ἔσται ἀκοινώνητος».

Ο Ζωναράς αναφέρει: «…καὶ τὸ μὴ ἐξεῖναί τινι κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις… Τοὺς δὲ τοῖς τοιούτοις συνευχομένους, ἢ ὑποδεχομένουςαὐτοὺς εἰς ἐκκλησίαν, ἀκοινωνήτους κἀκείνους εἶναι…». 

«…Ακοινωνήτους εἶναι τοὺς ἐπισκόπους καὶ λοιποὺς ἱερωμένους τοὺς συνευχομένους τοῖς ἀκοινωνήτοις», ερμηνεύει ο Βαλσαμών.

Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι και ο συγγραφέας του άρθρου ασχολείται επιλεκτικά μόνο με τη μια όψη του νομίσματος. Καλοδεχούμενες όλες οι απόψεις, διότι προβληματίζουν, αλλά, ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

H διακοπή της μνημόνευσης του Προκαθημένου είναι ουσιαστικά σχίσμα, οπότε, αν το πράξει αυτό ένας Συνοδικός, σημαίνει, ότι αποσχίζεται από τη Σύνοδο και είναι σχισματικός.

Ο Μητροπολίτης Ταμασού, όπως και όλα τα Μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησιας της Κύπρου, έχουν ομόφωνη απόφαση-δέσμευση από την Ιερά τους Σύνοδο, ημερομηνίας 9 Σεπτεμβρίου 2020, για τήρηση ουδετερότητας, σε ό,τι αφορά στο Ουκρανικό Ζήτημα, άρα και μη αναγνώριση του Επιφανίου. 

Το κάθε Μέλος, επομένως, έχει χρέος να αναγνωρίσει και να σεβαστεί την απόφαση της Συνόδου και την πιστή τήρησή της.

Η επιβεβαίωση της κανονικότητας της συμμετοχής στην Ιερά Σύνοδο γίνεται με τη μνημόνευση του Πρώτου, ώστε να μπορέσει να υπάρξει κανονική κοινωνία μεταξύ των Μελών της Ιεράς Συνόδου.

Συνεπώς, η διακοπή συλλειτουργίας με τους παραβιάζοντας την εντολή της Συνόδου δεν αποτελεί και αναγνώριση της παράβασης από τον Πρώτο της απόφασης της Συνόδου, αλλά, αντίθετα, δηλώνεται η εν τη ευχαριστιακή σύναξη μη συναίνεση με την παράβασή του.

Αυτός που παραβιάζει, λοιπόν, την απόφαση της Συνόδου, είναι αυτός που είναι και εκτεθειμένος στους Ιερούς Κανόνες, οι οποίοι διέπουν την τάξη μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και, επομένως, όχι οι Συνοδικοί που υπακούουν στις αποφάσεις της Συνόδου και, κατ’ επέκταση των Ιερών Κανόνων.

Έτσι, αυτό, που κάνει ο Άγιος Ταμασού στην πραγματικότητα είναι να πραγματώνει, να υλοποιεί και να ακολουθεί την κανονική απόφαση της Ιεράς Συνόδου, παραμένοντας εν ενότητι με το σώμα της Συνόδου, ορθοτομώντας, δηλαδή την εκκλησιαστική τάξη της μνημόνευσης του Πρώτου, αλλά, ωστόσο, τήρησης της νομοκανονικής τάξης, περί μη  συμμετοχής του σε ευχαριστιακή σύναξη, με τον παραβάτη, ο οποίος, παρακούοντας και αθετώντας την Ιερά Σύνοδο, μνημονεύει τον εκτός εκκλησιαστικής τάξης Επιφάνιο. 

Αυτό σημαίνει, ότι, κατ’ οικονομία, μνημονεύει μεν τον Πρώτο, όντας κανονικό Μέλος της Ιεράς Συνόδου, διαδηλώνοντας, όμως, ταυτόχρονα, με την προσωρινή διακοπή συλλειτουργίας μαζί του, τη διαφωνία του με τις προσωπικές-αντικανονικές επιλογές του Πρώτου. 

Ο Πρώτος δεν μπορεί να αποφασίζει μόνος και κατά το δοκούν, αλλά λειτουργεί και οφείλει να εκφράζει τις αποφάσεις του Σώματος της Ιεραρχίας, η οποία Ιεραρχία είναι και η πηγή της διοικητικής εξουσίας του και όχι ο εαυτός του, ο οποίος, ως Αρχιερέας, ορίζει τα της επαρχίας του.

Αν δεν το κάνει αυτό, ο ίδιος φέρει και την ευθύνη και οφείλει να επανεύρει και να επανέλθει στην κανονικότητα και όχι οι Επίσκοποι, οι οποίοι κανονικώς τον μνημονεύουν. 

Όσον αφορά στη χρήση εδώ της θείας οικονομίας, παραθέτουμε αυθεντικό απόσπασμα από τη μελέτη του θεολόγου Σταύρου Μουτάφη: «Η εκκλησιαστική οικονομία κατά τους ιερούς κανόνες» (Αθήνα 2016), όπου γράφει: «Ἡ σημασία τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ἑδράζεται στὸ σωτηριολογικὸ δίκαιο τῶν ἱερῶν κανόνων. Αὐτὸς ὁ σωτηριολογικὸς χαρακτήρας τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τὸ διακρίνει ἀπὸ τοὺς κανόνες τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, καὶ δικαιολογεῖ τὴν ἀντίληψη, ὅτι τὸ ἐκκλησιαστικὸ “ἔγκλημα” δὲν εἶναι ἁπλὰ μία παράβαση, ἀλλὰ ἐκδήλωση ψυχικῆς ἀσθενείας, ἕνα ψυχικὸ πάθος ἢ μία ψυχικὴ ἀρρώστια, την ὁποία ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ θεραπεύσει. Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομία δὲν καταργεῖ τὴν ἀκρίβεια τῶν ἱερῶν κανόνων, ὅμως ἔχει παρὰ ταῦτα μία σημασία καὶ μία χρησιμότητα, οἱ ὁποίες, ἐνίοτε, εἶναι ὑπέρτερες τῆς στενῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Καθὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομία ἀντλεῖ τὴν ὑπόστασή της ἀπὸ τὴ σωστική Χάρη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἡ ἐφαρμογὴ της ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σχετίζεται μὲ τὴν «πνοή» καὶ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει σαφῆ δημιουργικὸ ρόλο καὶ μία παρουσία, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ ἀπὸ διατυπωμένες καὶ στενὰ ὁριοθετημένες διατάξεις καὶ μόνο». Και όλα αυτά, άχρι καιρού, μέχρι της επικύρωσης του ζητήματος από τη Σύνοδο. 

Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές, ότι η μη συμμετοχή σε Συλλείτουργο, όπου μνημονεύεται ο Επιφάνιος, ως ο «Πρώτος της Ουκρανικής Εκκλησίας», αποτελεί έκδηλη διαφωνία με την πράξη και όχι με την κανονικότητα της ιεροσύνης αυτών που το διαπράττουν.

Η αναγνώριση από μόνη της αποτελεί διοικητική παράβαση εντολής της Συνόδου και δεν πρέπει να συγχέεται με την κανονικότητα της ιεροσύνης των παραβατών. 

Η διαμαρτυρία, λοιπόν, του Μητροπολίτη Ταμασού για την παραβίαση της αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, σε σχέση με το Ουκρανικό, κορυφώνεται στη Θεία Λειτουργία, που είναι το κέντρο της ζωής της Εκκλησίας.

Γι’ αυτό, δεν διακόπτεις τη μνημόνευση, αλλά κρατάς στάση αναμονής, άχρι καιρού, υπακούοντας στην αρχιερατική σου συνείδηση.

Η τήρηση και ο σεβασμός των κανονικών διατάξεων δεν εξαντλείται, αλλ’ ούτε και περιορίζεται στο γράμμα του νόμου, αλλά λειτουργεί, τηρώντας και το πνεύμα του νόμου.

Η στάση αυτή οικονομίας του Μητροπολίτη Ταμασού δηλώνει την καλή πρόθεση και αγάπη του για τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου και, έτσι, για να γίνω αντιληπτός, ξανά παραθέτω απόσπασμα από την εργασία του θεολόγου Σταύρου Μουτάφη, «Η εκκλησιαστική οικονομία κατά τους ιερούς κανόνες» (Αθήνα 2016): «Ἡ ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομία ἀποτελεῖ ἐπέκταση καὶ ἐξειδικευμένη ἐφαρμογὴ τῆς Θείας Οἰκονομίας χωρὶς νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτήν. Ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος (περί το 925) παρατηρεί ἐπιτυχώς ὅτι ἡ οἰκονομία εἶναι «μίμησις τῆς Θείας φιλανθρωπίας, ἁρπάζουσα ἐκ στόματος τοῦ καθ’ ἡμῶν ὠρυομένου πρὸς τὸν μέλλοντα τῷ ἐκείνου ὀλεθρίῳ καταπίνεσθαι στόματι» (Ἐπιστολὴ 32, PG 111, 213A). H Ἐκκλησία συγκαταβαίνει στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ μὲ πνεῦμα ἐπιείκειας ζητεῖ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, ἐκφράζει δηλαδή τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δικαιοσύνη τῆς Θείας οἰκονομίας». 

Ωστόσο, η άκρα οικονομία διαχείρισης τέτοιων ζητημάτων γίνεται πολύ σπάνια και, ασφαλώς, πρέπει η διαχείριση αυτή να εγκρίνεται από την Εκκλησία που αποτελεί την ασφάλεια και τον δογματοφύλακα της ερμηνείας τους.

Συνεπώς, υπακούοντας στο ανώτατο θεσμικό όργανο της Εκκλησίας, δηλαδή την Ιερά Σύνοδο, ο Ταμασού, παραμένοντας, ως ώφειλε, εν τη υπακοή αυτής, εκτάκτως διαχειρίζεται ορθώς το θέμα, χωρίς να προκαλεί προβλήματα στο Σώμα, στο οποίο υποχρεούται να υπακούει, τουτέστιν στην Ιερά Σύνοδο. 

Ταυτόχρονα, τείνει και χέρι φιλανθρωπίας προς τον Πρώτο, ευχόμενος την επιστροφή του στην κανονικότητα. Αυτό θα συνεχιστεί, μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος η Ιερά Σύνοδος, η οποία και θα συνέλθει σε λίγες ημέρες.

Εκεί ευελπιστούμε πως θα έχουμε και τα τελικά ωφέλιμα αποτελέσματα.

source:.romfea.gr

Διευκρινίσεις από τον Μητροπολίτη Ταμασού για δηλώσεις

lemesos 6

Του Αιμίλιου Πολυγένη


Διευκρινήσεις σχετικά με δηλώσεις στην Εφημερίδα «Φιλελεύθερος» προς αποφυγή παρεξηγήσεων, έδωσε ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Ταμασού κ. Ησαϊας.

Ο Πανιερώτατος με γραπτή δήλωσή του μεταξύ άλλων τονίζει: «Δεν θα διακόψω και ούτε είχα ποτέ πρόθεση να διακόψω την μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου. Τον Αρχιεπίσκοπο και τον αναγνωρίζω και τον μνημονεύω και τον σέβομαι ως Προκαθήμενο . Με την πράξη του είναι που διαφωνώ και το είπα δημόσια.»

«Δεν μπορώ να συλλειτουργήσω με Επιφάνιο ή να παραστώ σε λειτουργία που μνημονεύεται αυτός διότι αυτό θα σήμαινε ότι αθετώ την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για ουδετερότητα. Αν παραστώ οπουδήποτε και αυτός μνημονεύεται σημαίνει ότι αναγνωρίζω αυτόν και την Εκκλησία του και έτσι παραβαίνω τις εντολές της Ιεράς Συνόδου της Κύπρου» – προσθέτει επίσης ο κ. Ησαΐας.

Ο Πανιερώτατος προσθέτει ότι «αυτό το θέμα εύκολα και χωρίς άλλη αναστάτωση στην Εκκλησία θα ξεκαθαρίσει μόνο όταν συνέλθει η Ιερά Σύνοδος στην οποία και βεβαίως θα συμμετέχω έστω και υπό διαμαρτυρία λόγω των γενομένων εάν κληθούμε. Τώρα έχουμε την απόφαση της συνόδου που είναι διαφορετική από αυτή την εκ των υστέρων του Προκαθημένου».

«Στην Ιερά Σύνοδο ίσως και να πειστώ από επιχειρήματα για κάτι άλλο από αυτό που πιστεύω, αλλά θέλω να έχω το δικαίωμα να το συζητήσω και τελικά να έχει η Ιερά Σύνοδος τον τελικό λόγο. Όλα είναι θέμα αρχιερατικής συνειδήσεως και αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους τους ενδιαφερόμενους και δεν θα έπρεπε να μας αναμειγνύουν με κοσμικά συμφέροντα τα οποία είναι ξένα και προς το ήθος αλλά και την θεολογία μας» – συμπληρώνει ο Μητροπολίτης Ταμασού.

Επίσης, αξίζει να τονιστεί ότι οι δηλώσεις στο «Φιλελεύθερο» ήταν απαντήσεις σε ερωτήματα του δημοσιογράφου εξ ου και οι ανάλογες απαντήσεις.

source:.romfea.gr

Ανοιχτή επιστολή του Ταμασού Ησαΐα για την πρόσφατη εκκλησιαστική κρίση

tamasoy isaias

Του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Ταμασού Ησαΐα


Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰω. 8΄ 32)

Μέσα στην Εκκλησία οι οποιεσδήποτε διαμαρτυρίες και διαφωνίες πρέπει να εκφράζονται κόσμια και χωρίς ύβρεις με υποτιμητικά σχόλια. Οι χαρακτηρισμοί σε βάρος Αρχιερέων, τύπου «παιδαρέλια», «θα σκοτωθούν, αν φύγω», «ο εγωισμός τους και το ανεύθυνο του χαρακτήρος τους δεν τους άφησαν», δεν συνάδουν με το υψηλό αξίωμα του Προκαθημένου της Εκκλησίας μας.

Η χειροτονία Επισκόπων δεν είναι προσωπική υπόθεση του εκάστοτε Προκαθημένου, αλλά είναι χάριτι Θεού πράξη της σύνολης Εκκλησίας, την οποία και βεβαίως επιβεβαιώνει ο Πρώτος τη τάξει και προΐσταται της Αρχιερατικής χειροτονητικής επισκοπικής σύναξης, η οποία απαγορεύει την πραγμάτωση της χειροτονίας μόνο από ένα Προκαθήμενο, αλλά την επιβάλλει να γίνεται από πολλούς Επισκόπους.

Έτσι, ασφαλώς, εκπροσωπείται το συνοδικό σύστημα και τηρείται το του Ιησού Χριστού: « Οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» Ματθ . 18.20.

Άρα, ο Ιησούς Χριστός, μέσω των Επισκόπων, που έχουν την αποστολική διαδοχή, δια Πνεύματος Αγίου, χειροτονεί, και αυτός είναι ο Αρχηγός της σύναξης και προϊστάμενος του χειροτονημένου και σ’ αυτόν ο χειροτονούμενος οφείλει πλήρη υπακοή και ακολουθεί η Ιερά Σύνοδος που τον εξέλεξε.

Και αυτό γίνεται με την προϋπόθεση, ότι η Ιερά Σύνοδος τηρεί, με τη σειρά της, τις εντολές του Ιησού, γεγονός που καθορίζεται από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, τους δυο, δηλαδή, πυλώνες των Ιερών Κανόνων.

Επομένως, η υπακοή του Επισκόπου δεν είναι σε πρόσωπα, αλλά στην Εκκλησία, της οποίας αρχηγός είναι ο Ιησούς Χριστός. Μέσα στην Ιερά Σύνοδο, είτε κάποιος είναι Μητροπολίτης είτε βοηθός Επίσκοπος, δεν υφίσταται η κατά κόσμον αντίληψη της σχέσης προϊσταμένου-υφισταμένου με τον Πρόεδρο της Συνόδου, αλλά υπάρχει η σχέση του Πρώτου μεταξύ ίσων.

Δηλαδή, όλοι υπακούν στην αρχιερατική τους συνείδηση, της οποίας αρχηγός της είναι ο ίδιος ο Χριστός και συναποφαίνονται συνοδικά.

Αυτή η υπακοή εκφράζεται δια της αρχιερατικής συνειδήσεως του Επισκόπου και της αλήθειας των δογμάτων και των κανόνων , οι οποίοι τον ελέγχουν, αν είναι συνεπής προς τα πιο πάνω, κάθε φορά που πρόκειται να λάβει μια απόφαση.

Αυτονόητο είναι, ότι πρέπει να αποδίδεται σεβασμός σε κάθε Προκαθήμενο, που, μαζί με άλλους, χειροτονεί ένα Αρχιερέα ίσον εις την χειροτονία προς αυτόν, αλλά πρώτο μεταξύ ίσων διοικητικά.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι, όταν υπάρχει διαφωνία, απαγορεύεται να ασκήσει ο Αρχιερέας, βάσει της αρχιερατικής του συνειδήσεως, κριτική ή, ακόμη χειρότερα, ότι είναι υπόχρεος να υπακούει, παραγνωρίζοντας τη δογματική κανονική και λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας.

Συνεπώς, είναι αδύνατον ο Αρχιερέας να δεσμεύεται και να υποτάσσεται σε όργανα εξουσίας ή πρόσωπα, τα οποία, σύμφωνα με τη γνώμη του, παραβιάζουν την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας .

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι αυτονόητη η ελεύθερη συνάντηση με τους αδελφούς Συνεπισκόπους μας, για να ανταλλάξουμε απόψεις, να συζητήσουμε και να προβληματιστούμε, πάνω σε καίρια και κύρια ζητήματα, τα οποία αφορούν τόσο την εσωτερική και κοινωνική ζωή των μητροπόλεων και της τοπικής μας Εκκλησίας, όσο και την οικουμενική Ορθοδοξία, γενικότερα.

Αυτό που αντενδείκνυται είναι, όταν η συνάντηση αυτή φέρει τον χαρακτήρα φατρίας, έχει συνωμοτικό περιεχόμενο και αποσκοπεί στην υπονόμευση του συνοδικού συστήματος, τη μη αναγνώριση του Προκαθημένου και της τάξης της Εκκλησίας μας.

Επί του προκειμένου, αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Όμως αυτό, το οποίο είναι πασιφανές και εξόφθαλμα παρατηρείται, με όσα συνέβησαν είναι η κατάφωρη παραβίαση των Ιερών Κανόνων και η αθέτηση των σχετικών αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου και του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου.

Οι Ιεροί Κανόνες και οι διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη, όπως και οι επί του προκειμένου θέματος αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου είναι ξεκάθαρες και διερμηνεύουν σαφώς, ότι ο Πρώτος δεν μπορεί μόνος του, χωρίς τη γνώμη της Ιεράς Συνόδου να αποφασίζει για θέματα δογματικά, κανονικά και λατρευτικής τάξης (Άρθρο 7, παράγραφος 1 και 2 Καταστατικού Χάρτη) αλλά από την άλλη ούτε και η Σύνοδος, χωρίς του Πρώτου μπορεί να πράξει το ίδιο.

Λυπούμαι να παρατηρήσω, ότι στο προκείμενο εκκλησιαστικό θέμα επιστρατεύτηκαν γεωπολιτικά παιγνίδια και μεταφέρθηκε, έτσι, ένα θέμα άκρως πνευματικό και θεολογικό σε πεδίο μικροπολιτικής.

Αποτελεί για εμένα ύψιστη τιμή, που η Εκκλησία της Κύπρου με έστειλε να σπουδάσω Θεολογία στη Ρωσία, με εντολή του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Α’ και την ευλογία του τότε Ηγουμένου μου Κύκκου Νικηφόρου.

Η αποστολή αυτή σκοπούσε, μετά τις σπουδές, στην ενίσχυση των διεκκλησιαστικών σχέσεων μεταξύ των Εκκλησιών Κύπρου και Ρωσίας και στην ανάληψη της ευθύνης και προώθησης του θρησκευτικού προσκυνηματικού τουρισμού αλλά και της ποιμαντικής μέριμνας των ρωσοφώνων και σλαβόφωνων Ορθοδόξων κατοίκων της νήσου μας.

Θεωρώ, ότι έπραξα και πράττω το άπαν των δυνατοτήτων μου, για να είμαι συνεπής στην αποστολή της Εκκλησίας μου και, μάλιστα, με αρκετά σημαντικά, πιστεύω, αποτελέσματα και για την Εκκλησία και για χιλιάδες συνανθρώπους μας.

Οι εκάστοτε Αρχιεπίσκοποι και Πρόεδροι της Δημοκρατίας, αλλά και πολλοί Υπουργοί και Βουλευτές όλων των Κυβερνήσεων από τη δεκαετία του ‘90 μέχρι και σήμερα, όχι μόνο κατ’ ιδίαν, αλλά και δημόσια με επαινούσαν γι’ αυτή μου τη δραστηριότητα και επεσήμαιναν την ωφέλεια για την Κύπρο μας, παροτρύνοντάς με να συνεχίσω.

Σε αυτό τον αδικημένο τόπο, όποιος μπορεί να προσφέρει κάτι καλό μέσα από την ιδιότητά του, οφείλει να το πράξει.

Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε κακόβουλη και κακοήθης στρέβλωση της αλήθειας, σχετικά με αυτό το θέμα, έχει σκοπό να συσκοτίσει τα πρόσφατα δυσάρεστα εκκλησιαστικά γεγονότα από την πραγματική θεολογική τους διάσταση.

Μετά μεγάλης μου λύπης παρατηρώ ότι επαναλαμβάνεται αυτό που συνέβη επί Γερουσιαστή Μακ Άρθουρ στις ΗΠΑ, όπου, όποιος είχε σπουδάσει ή είχε σχέση με τον ρωσικό πολιτισμό, γράμματα, επιστήμες και τέχνες, κατηγορείτο ως κομμουνιστής και εχθρός του λαού.

Αυτή η τακτική ουδόλως με πτοεί, διότι, ως Επίσκοπος με αρχιερατική συνείδηση, είμαι τεταγμένος να υπηρετώ μέχρι τέλους την αλήθεια, γιατί αυτή η αλήθεια είναι πλήρως ταυτισμένη με το Σώμα και τον σκοπό της Εκκλησίας, αλλά και πλήρως εναρμονισμένη με το Πρόσωπο του Χριστού.

Αναμφίβολα, κριτής μας είναι και παραμένει ο Θεός, η Ιερά Σύνοδος και το ευσεβές της Εκκλησίας μας πλήρωμα, που αποτελεί τη μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

source:.romfea.gr